Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κόσμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κόσμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2020

Οι νευροεπιστημονικοί μύθοι


Πριν από μόλις 70 χρόνια υπήρχαν καταγραμμένες επίσημα στα ιατρικά βιβλία περίπου 100 διαφορετικές ψυχιατρικές διαγνώσεις. Το 2013, έφτασαν σε πάνω από 500! Τι συνέβη; Οι πρώτοι ψυχίατροι ήταν τόσο πρωτόγονοι ώστε να μη γνωρίζουν ακόμη ούτε τα μισά από όσα γνωρίζουμε σήμερα; Η μήπως τα επαναλαμβανόμενα καθημερινά προβλήματα στη ζωή μας λόγω των όσων μας πληγώνουν, των απωλειών, των κακών σχέσεων με τους άλλους και τελικά της εικόνας που έχουμε για τη ζωή μας, τον εαυτό μας και τον κόσμο, έχουν μετατραπεί σε ασθένειες χωρίς πραγματικά να είναι;
Η ψυχιατρική επιστήμη αλλάζει συνέχεια. Ιδού μερικές παρωχημένες απόψεις, που στην εποχή τους αποτελούσαν βεβαιότητες μεταξύ των επιστημόνων, με πολλές από αυτές να επιμένουν μέχρι και σήμερα:
-«Ο αυτισμός προκαλείται από την ψυχρή συναισθηματική στάση της μητέρας προς το παιδί».
-«Η πορνεία είναι ένα γενετικά καθορισμένο χαρακτηριστικό».
-«Ο εγκέφαλος είναι ένα μαύρο κουτί για το οποίο τίποτα δεν μπορούμε να μάθουμε».
-«Ο κόσμος μπορεί να περιγραφτεί πλήρως από τη χημεία μέσα στον εγκέφαλό μας».
-«Τα ψυχολογικά προβλήματα μπορούν να ελεγχθούν, αρκεί να υπάρχει ισχυρή θέληση».
-«Οι κακότροπες συμπεριφορές των παιδιών προκαλούνται από υποκείμενη μανιοκατάθλιψη που θα εκδηλωθεί αργότερα».
-«Κεντρική θέση στη γυναικεία ψυχολογία καταλαμβάνει ο φθόνος του αντρικού πέους».
Το βασικό λάθος που κάνουμε είναι να παγιδευόμαστε σε ένα πολύ απλοϊκό τρόπο σκέψης. Ότι κάτι είναι είτε άσπρο είτε μαύρο. Κάποιοι πιστεύουν, δηλαδή, ότι αν κάποιες από τις 500 διαγνώσεις είναι οργανικές αρρώστιες, δηλαδή αρρώστιες των κυττάρων, των συνδέσεων ή της χημείας του εγκεφάλου, τότε και όλες οι άλλες επίσης θα πρέπει να είναι. Και κάποιοι άλλοι, ότι αν κάποιες από αυτές είναι κοινωνιογενείς, μαθησιακές ή χαρακτηριολογικές διαταραχές, τότε και πάλι όλες θα πρέπει να είναι έτσι. Αυτό όμως δεν είναι πολύ έξυπνο…
Ένα μεγάλο χάσμα υπάρχει ανάμεσα στην ψυχολογία, την ψυχιατρική και τη φιλοσοφία, χάσμα που δεν βοηθά την πρόοδο της επιστήμης. «Θα μπορούσαμε να βρούμε ιλαρή αν δεν ήταν λυπηρή την παρούσα κατάσταση, όπου ο ψυχαναλυτής ερμηνεύει και με τον τρόπο αυτό πολλές φορές λύνει ένα υστερικό σύμπτωμα ενώ δίπλα ο ψυχίατρος ξεπαστρεύει ένα παραλήρημα χορηγώντας μια ειδική ουσία σε μελετημένες δόσεις και σε ένα τρίτο κτίριο, ο φιλόσοφος ομιλεί περί της σχέσεως της ψυχής με το σώμα και στη συνέχεια τα τρία αυτά πρόσωπα στραβοκοιτάζονται και αποφεύγουν ο ένας τον άλλον στην αυλή...» Αυτά έγραφε στα «Σταυροδρόμια του λαβυρίνθου» ο Κορνήλιος Καστοριάδης περί τα 1980.
Ο κόσμος είναι και ύλη και ενέργεια και πληροφορία. Ο άνθρωπος είναι στη μοναδική θέση να τον δει και από τα τρία αυτά παράθυρα. Όλα, κοιτάνε στο ίδιο δωμάτιο. Η επιστήμη στηρίζεται στην αμφιβολία και την αυτοαναίρεση και αυτό δεν είναι αδυναμία αλλά το θεμελιώδες προτέρημά της. Όλα έχουν να κάνουν με την προσαρμογή μας σε συγκεκριμένες συνθήκες και τα συμφραζόμενα είναι που καθορίζουν τη συμπεριφορά μας. Τα ζωικά είδη, τα νευρικά συστήματα, οι ψυχές μας και οι πολιτισμοί αναπτύσσονται συμβιωτικά, όπως ο κισσός με τον κορμό ενός δέντρου. 



Φοβία της πτήσης



Η φοβία πτήσης είναι εντελώς παράλογη αλλά όχι ανεξήγητη. Με βάση τις διάφορες στατιστικές, η πιθανότητα να βρεθούμε μέσα σε αεροπορικό δυστύχημα ως επιβάτες μιας πτήσης είναι αδρώς της τάξης του ~1 στις 20.000.000. Η πιθανότητα θανάτου μας εφόσον αυτό συμβεί είναι ~1 στις 2 . Διαιρώντας, η πιθανότητα γίνεται ~1 στις 40.000.000. Η φοβία πτήσης δημιουργείται μέσα από την αυτόματη σκέψη ότι η προαναφερθείσα πιθανότητα, έστω και μικρή, δεν ισούται με το απόλυτο μηδέν. Όμως, η πιθανότητα θανάτου μας ανά πάσα στιγμή, ποτέ δεν είναι μηδέν, οι σαρκαστές λένε πως η ζωή είναι μια θανατηφόρα ασθένεια. Η μέση πιθανότητα να πεθάνουμε στο επόμενο έτος ζωής μας εξαιτίας οποιουδήποτε αιτίου όταν είμαστε 40 ετών είναι ~1 προς 750 (και διπλασιάζεται περίπου κάθε 8 χρόνια αύξησης της ηλικίας μας). Για τους σαραντάρηδες, η πιθανότητα θανάτου την επόμενη μέρα είναι ~1 προς 270.000, στην επόμενη ώρα ~1 προς 6.600.000 και για τις επόμενες 3 ώρες (όσο η διάρκεια ενός μέσης απόστασης αεροπορικού ταξιδιού, ~1 προς 2.200.000. Άρα, αν είσαι 40 χρονών, σε κάθε αεροπορικό σου ταξίδι η διαφορά στην πιθανότητα θανάτου σου αν είσαι εντός αεροπλάνου είναι περίπου όσο αυτή μεταξύ του 42 και του 44. 
Αν το σκεφτούμε όμως λίγο καλύτερα, η πρόβλεψη που κάνεις για το θάνατό σου, όσο και βασανιστική αν γίνεται, είναι ακριβώς η πρόβλεψη που δεν μπορείς ποτέ να επαληθεύσεις στο 100%. Διότι η επίτευξη του απόλυτου ποσοστού ταυτίζεται με την αδυναμία επαλήθευσης. 
Οι περισσότεροι στο αεροπλάνο δεν φοβόμαστε το θάνατο, αλλά τη σκέψη του θανάτου, με την τρομακτικότερη μορφή αυτής να είναι η σκέψη του άμεσα επικείμενου θανάτου. Στους περισσότερους αιφνίδιους θανάτους, μεταξύ των οποίων και τα δυστυχήματα, τα θύματα δεν προλαβαίνουν να σκεφτούν οτιδήποτε, αλλά στο αεροπλάνο ενδέχεται αυτό να συμβεί. Έτσι, οι απειροελάχιστες πιθανότητες, όπως αναλύθηκαν παραπάνω, μεγιστοποιούνται στο μυαλό μας. Επί της ουσίας όμως, εάν φοράμε τη ζώνη μας στο αεροπλάνο, το μόνο ατύχημα που με σοβαρές πιθανότητες μπορεί να μας συμβεί είναι να χυθεί ο καφές στο πουκάμισό μας σε κάποια ανατάραξη.

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Η λυπητερή ιστορία του κυρίου 3 και της κυρίας 4





Μια φορά κι ένα καιρό, ο κύριος «3» γνώρισε την κυρία «4». Ο κύριος «3» και η κυρία «4» γίναν φίλοι, πήγαιναν παντού μαζί, όλα τα έκαναν μαζί. Όποιος έκανε παρέα με τον ένα, απαραίτητα θα έκανε και με τον άλλο.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μια μέρα ο κύριος «3» και η κυρία «4» αποφάσισαν να γίνουν ένα, άλλωστε δεν τους φαινόταν να υπάρχει νόημα πια στο να παραμένουν όπως ήταν. Έγιναν λοιπόν οι «7». Πέρασε καιρός, πολύς καιρός, και κανείς δεν θυμόταν, ούτε κι οι ίδιοι σχεδόν, ότι κάποτε υπήρχαν ως κύριος «3» και ως κυρία «4».
Ιστορία όμως κύλησε στο αυλάκι, η ζωή άλλαξε, γεγονότα μεσολάβησαν. Για να μην πολυλογούμε, οι «7» αρχικά θυμήθηκαν, μετά νοστάλγησαν και τελικά αποζητούσαν διακαώς, τους παλιούς εαυτούς τους. Φούντωσε μέσα τους δηλαδή η αντίστροφη επιθυμία, να χωρίσουν και να επιστρέψουν σε αυτό που ήταν τώρα σίγουροι πως τους ταίριαζε καλύτερα: να ξαναγίνουν, ο κύριος «3» και η κυρία «4» και να συνεχίσουν την πορεία τους έτσι.
Άρχισαν λοιπόν μια μέρα να τραβάνε, να ξεχειλώνουν, να ξανατραβούν, με ιδρώτα, με αιμορραγία – δεν ήταν, βλέπετε, καθόλου εύκολος ο αποχωρισμός. Με ανείπωτο πόνο, σαν τελευταία ωδίνη τοκετού, κατάφεραν να αποχωριστούν.
Μόλις όμως συνήλθαν, φρίκη τους έπιασε, διότι συνέβαινε κάτι που ποτέ δεν το περίμεναν: όπως ήταν ξεκάθαρο στον καθρέφτη, ο κύριος «3» είχε γίνει ο ιδιαίτερα μισητός του κύριος «5», κάτι στο οποίο μάλιστα συμφωνούσε και η κυρία «4», που ωστόσο αυτή είχε γίνει η μισητή της κύρια «2», όπως πράγματι συμφωνούσε κι ο πρώην κύριος «3»!...