Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Η λυπητερή ιστορία του κυρίου 3 και της κυρίας 4





Μια φορά κι ένα καιρό, ο κύριος «3» γνώρισε την κυρία «4». Ο κύριος «3» και η κυρία «4» γίναν φίλοι, πήγαιναν παντού μαζί, όλα τα έκαναν μαζί. Όποιος έκανε παρέα με τον ένα, απαραίτητα θα έκανε και με τον άλλο.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μια μέρα ο κύριος «3» και η κυρία «4» αποφάσισαν να γίνουν ένα, άλλωστε δεν τους φαινόταν να υπάρχει νόημα πια στο να παραμένουν όπως ήταν. Έγιναν λοιπόν οι «7». Πέρασε καιρός, πολύς καιρός, και κανείς δεν θυμόταν, ούτε κι οι ίδιοι σχεδόν, ότι κάποτε υπήρχαν ως κύριος «3» και ως κυρία «4».
Ιστορία όμως κύλησε στο αυλάκι, η ζωή άλλαξε, γεγονότα μεσολάβησαν. Για να μην πολυλογούμε, οι «7» αρχικά θυμήθηκαν, μετά νοστάλγησαν και τελικά αποζητούσαν διακαώς, τους παλιούς εαυτούς τους. Φούντωσε μέσα τους δηλαδή η αντίστροφη επιθυμία, να χωρίσουν και να επιστρέψουν σε αυτό που ήταν τώρα σίγουροι πως τους ταίριαζε καλύτερα: να ξαναγίνουν, ο κύριος «3» και η κυρία «4» και να συνεχίσουν την πορεία τους έτσι.
Άρχισαν λοιπόν μια μέρα να τραβάνε, να ξεχειλώνουν, να ξανατραβούν, με ιδρώτα, με αιμορραγία – δεν ήταν, βλέπετε, καθόλου εύκολος ο αποχωρισμός. Με ανείπωτο πόνο, σαν τελευταία ωδίνη τοκετού, κατάφεραν να αποχωριστούν.
Μόλις όμως συνήλθαν, φρίκη τους έπιασε, διότι συνέβαινε κάτι που ποτέ δεν το περίμεναν: όπως ήταν ξεκάθαρο στον καθρέφτη, ο κύριος «3» είχε γίνει ο ιδιαίτερα μισητός του κύριος «5», κάτι στο οποίο μάλιστα συμφωνούσε και η κυρία «4», που ωστόσο αυτή είχε γίνει η μισητή της κύρια «2», όπως πράγματι συμφωνούσε κι ο πρώην κύριος «3»!...


Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

Όσα βλέπουμε με το μυαλό

https://pixabay.com/images/id-140269/


Όταν κοιτάμε κάποιον στα μάτια δεν βλέπουμε μόνο δύο χρωματιστές σφαίρες αλλά και την ιστορία του. Το μάτι μας περιέχει μόνο την παρούσα στιγμή, η οποία διαρκώς διαγράφεται από μια καινούρια, όμως ο εγκέφαλός περιέχει κι όλες τις προηγούμενες στιγμές: όλα τα μάτια που έχουμε ποτέ κοιτάξει, όσα μάθαμε για τους κατόχους τους και όσα ξέρουμε για τα συγκεκριμένα μάτια που κοιτάμε. Αν μάλιστα, όταν κοιτάμε κάποιον στα μάτια, δεν βλέπουμε μια γνωστή ιστορία, αλλά μόνο την ιστορία που εμείς φανταστήκαμε, τότε ισορροπούμε στο απόγειο του πολιτισμού του «δυτικού» ανθρώπου. Η Μόνα Λίζα χαμογελά κάθε φορά με μοναδικό τρόπο σε κάθε ξεχωριστό θαυμαστή της και δυτικότερα από εκεί, δεν υπάρχει!
Η αφήγηση μιας ιστορίας με μια εικόνα συμβαδίζει με την άποψη ζωής του «εγκεφαλικού» δυτικού ανθρώπου. Στον αρχαίο κόσμο π.χ. τα μάτια στα αγάλματα δεν έλεγαν καμία ιστορία, αλλά ήταν απλά δύο ημισφαίρια ίδιου χρώματος με το υπόλοιπο. Τα βασικά είδη των κινήσεων που μπορούν να κάνουν τα μάτια μας διαφωτίζουν και τα φυσικά, τα αναλλοίωτα από τον πολιτισμό, ενδιαφέροντα του ανθρώπου: οι κινήσεις παρακολούθησης ενός αντικειμένου στο οπτικό πεδίο μας είναι αυτόματες και πλάθουν τον χάρτη του έξω κόσμου. Ενώ οι κινήσεις στις οποίες στρέφουμε το βλέμμα σε συγκεκριμένο στόχο, είναι απότομες και γίνονται μόνο κατ’ εντολή της προσοχής μας, του μυαλού μας, δηλαδή των προσδοκιών και των απαιτήσεών μας.
Η όραση, δηλαδή η ανίχνευση των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, μας φέρνει πιο κοντά στη συμπαντική και πιο μακριά από τη γήινη φύση του κόσμου μας, ενώ είναι μαζί και η αίσθηση στην οποία ο εγκέφαλος παρεμβαίνει πιο πολύ. Η φράση «κλείνω τα μάτια για να απολαύσω» δεν έχει αντίστοιχο στις άλλες αισθήσεις. Δεν κλείνουμε τα αυτιά, δεν κλείνουμε τη μύτη, δεν κλείνουμε το στόμα, δεν αποτραβιόμαστε, παρά μόνο ακριβώς για να αποφύγουμε μια αίσθηση, όπως είναι το φυσικό για τις άλλες αισθήσεις.
Από την άλλη, η δύναμη της εικόνας επιζητείται μόνο όταν η δύναμη της ιδέας αρχίζει να εξασθενεί, αφήστε δε που η τελευταία ήδη επιζητούσε να περιγράψει κάτι που άλλοτε ήταν αυτονόητο και δεν χρειαζόταν καμία περιγραφή. Ας μην ξεχνούμε ότι κατά το πρώτο κύμα εξάπλωσης του χριστιανισμού δεν υπήρχαν εικόνες και οι ιερωμένοι δεν είχαν ειδική αμφίεση. Επίσης, σήμερα, και η επιστήμη κινητοποιεί τα αντανακλαστικά μας μέσω εικόνων παρά μέσω του λόγου της: το ανέμελο κούρεμα του Αϊνστάιν, τα πράσινα των χειρουργών και οι λευκές ποδιές των παθολόγων, οι γραβάτες των δικηγόρων, το... τσιμπούκι του Φρόιντ. Αυτά δεν είναι καλός οιωνός ούτε και γι’ αυτήν… 

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020

Ένα εισιτήριο του μετρό


Ένα λευκό εισιτήριο του μετρό είναι μια απραγματοποίητη δυνατότητα. Μπορείς με ένα τέτοιο να διαλέξεις ανάμεσα σε εκατοντάδες διαφορετικές διαδρομές, σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, φυσικά όποια μέρα θέλεις.
Τη στιγμή που το επικυρώνεις, την ώρα που το μηχάνημα βάζει τη σφραγίδα του, το εισιτήριό σου γεννιέται. Τα γονίδια του λένε ότι νομοτελειακά θα πεθάνει μετά από 90 λεπτά. Η μόνη δυνατότητα που έχει -που εσύ έχεις ως κύριός του- είναι πλέον το ποια έξοδος θα επικυρώσει το πέρασμά του από τη ζωή του.
Μάλιστα λοιπόν, όταν μας φέρνουν στη ζωή συμβαίνει κάτι παρόμοιο, με μια διαφορά. Αυτοί που επικύρωσαν την αρχή μας δεν είναι οι ίδιοι με αυτούς που θα επικυρώσουν το τέλος μας. Αν οι γονείς ήταν οι πρώτοι, για την τελική επικύρωσή μας κατά κανόνα πρέπει να βρούμε άλλους. Τους αναζητούμε με αγωνία στις κουβέντες και στις ματιές μας, ψάχνουμε για κάτι έστω και ελάχιστα πέρα από τα ρομποτικά «καλημέρα», «καλησπέρα», «τι κάνεις», «καλά», «το παλεύω» και «υπομονή». Ή τα «χάλια» και τα «όχι καλά», για τους λιγότερους που τολμούν να το πουν και να μείνουνε έκθετοι στην αμήχανη βιασύνη του άλλου να φύγει για να γλιτώσει το χασομέρι μαζί σου, που σου ήρθε να πάρεις τον τυπικό χαιρετισμό του στα σοβαρά.
Κάθε καλημέρα μας είναι και μια ζωντανή ελπίδα, ότι σήμερα κάποιος θα μας κάνει τις ουσιαστικές ερωτήσεις και εμείς θα δώσουμε τις ανακουφιστικές απαντήσεις. Αφήστε που όσο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, ανεβάζουμε επιμελώς τη ζωή μας σε διαδικτυακά παράθυρα. Χωρίς κουρτίνες... Άλλωστε, τα μέσα δικτύωσης επιτυγχάνουν ακριβώς στο βαθμό που ευοδώνουν την πολυπόθητη έκφραση της μοναδικότητάς μας. Άλλο που επειδή κρυβόμαστε ευκολότερα, αυτό λειτουργεί αντίθετα, προς την αποφυγή της αυθεντικότητας, ώστε τελικά να επικυρώνουμε κάποιον ψεύτικο ή κάποιον ανύπαρκτο εαυτό.
Για την πολυπόθητη επικύρωση της ζωής μας, φαίνεται ότι δεν μας φτάνει η ατομική μας μαρτυρία, αλλά έχουμε την ανάγκη να συναντηθούμε και να αλληλεπιδράσουμε με άλλους. Πώς και γιατί προκύπτει αυτή η παρόρμηση και αν είναι τόσο καλή, δεν έχω σιγουρευτεί. Ίσως στα κατώτερα είδη να είναι απλά το ζητούμενο ανανέωσης των γονιδίων, ενώ οι ανάγκες που βαφτίζονται με τον βαρύγδουπο τίτλο «υπαρξιακές» μπορεί να είναι σκέτα η εξέλιξη ή και η διαστρέβλωση, αυτού του ζητούμενου, μέσα στο ανθρώπινο κουβάρι, που διαρκώς μπερδεύει και ξεμπερδεύει τον εαυτό του, σε μια ηλιόλουστη γωνιά του σύμπαντος.
Η μεγαλύτερη λαχτάρα μας δεν είναι η αθανασία, η γνώση, η δόξα, η νεότητα, η αισθητική απόλαυση. Το ύστατο αίτημα της ύπαρξης είναι η σύνδεση κι ο υπέρτατος πόνος της η μοναξιά. Κι όλα αυτά που προανέφερα είναι μια προσπάθεια απάντησης σε ένα ερώτημα: γιατί εδώ και ένα χρόνο όπως αισίως κλείνουμε, κάνω τις ραδιοφωνικές επισυνάψεις; Γιατί κάνουμε παρέες, εφημερίδες, ραδιόφωνο, μέσα δικτύωσης; Γιατί σχέσεις; Οι επισυνάψεις μου είναι προφανώς και επικυρώσεις.