Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

Γυναίκα*

https://pixabay.com/images/id-4123577/


Όλα σε υπαινίσσονται
κι ας μη γραφτούν ποτέ οι τρεις σου συλλαβές.
Πλευρά μου δεν είσαι
Είμαι εγώ το χέρι σου
Μήνες εννιά
με αποπλάνησες, Μανούλα
Ας μη με είχες δει
μου έταζες παντοτινή ανεμελιά
Χρόνους εννιά μετά, με δίκαζες, Μαμά
Για την ασχήμια μου
Για την αφέλειά μου
Σκεπάζουν οι χρονονιφάδες τις κουκλίτσες σου, Μαμά
κι εμείς νομίζουμε ότι μας χαϊδεύουν
Ύστερα, Αφροδίτη, αποφαίνεσαι, σε χρόνο συνεχή:
«να γλυκοπονάτε σ' αγγίγματα δίκοπα
να σέρνεστε στου πόθου σας τ΄ αγκάθια και τα κρόκαλα
από τ’ αγέρωχα άσπρα μου άλογα
ώσπου ν’ αποσωθεί η σάρκα σας
και να φανούν τα κόκκαλα!»
Σε σένα ανήκουν μάνα, Μάνα γη
που μας σαγηνεύεις να σε σώζουμε
ηδυπαθείς να μας ξανασκαρώνεις!
Με τόσα δάκρυα, εσύ καημένη, δεν ξεδιψάς
Μεθάς! Και γράφεις, γράφεις μοίρες
Θάνατος αξόδευτος ούτε ένας
Στην ποίησή σου υποκλινόμενος με δέος
θα εξοφλήσω, παραχρήμα και ασμένως, κάθε χρέος


*Το ποίημα ανήκει στην υπό έκδοση ποιητική συλλογή "Φυλλομέτρηση"

Όσα βλέπουμε με το μυαλό

https://pixabay.com/images/id-140269/


Όταν κοιτάμε κάποιον στα μάτια δεν βλέπουμε μόνο δύο χρωματιστές σφαίρες αλλά και την ιστορία του. Το μάτι μας περιέχει μόνο την παρούσα στιγμή, η οποία διαρκώς διαγράφεται από μια καινούρια, όμως ο εγκέφαλός περιέχει κι όλες τις προηγούμενες στιγμές: όλα τα μάτια που έχουμε ποτέ κοιτάξει, όσα μάθαμε για τους κατόχους τους και όσα ξέρουμε για τα συγκεκριμένα μάτια που κοιτάμε. Αν μάλιστα, όταν κοιτάμε κάποιον στα μάτια, δεν βλέπουμε μια γνωστή ιστορία, αλλά μόνο την ιστορία που εμείς φανταστήκαμε, τότε ισορροπούμε στο απόγειο του πολιτισμού του «δυτικού» ανθρώπου. Η Μόνα Λίζα χαμογελά κάθε φορά με μοναδικό τρόπο σε κάθε ξεχωριστό θαυμαστή της και δυτικότερα από εκεί, δεν υπάρχει!
Η αφήγηση μιας ιστορίας με μια εικόνα συμβαδίζει με την άποψη ζωής του «εγκεφαλικού» δυτικού ανθρώπου. Στον αρχαίο κόσμο π.χ. τα μάτια στα αγάλματα δεν έλεγαν καμία ιστορία, αλλά ήταν απλά δύο ημισφαίρια ίδιου χρώματος με το υπόλοιπο. Τα βασικά είδη των κινήσεων που μπορούν να κάνουν τα μάτια μας διαφωτίζουν και τα φυσικά, τα αναλλοίωτα από τον πολιτισμό, ενδιαφέροντα του ανθρώπου: οι κινήσεις παρακολούθησης ενός αντικειμένου στο οπτικό πεδίο μας είναι αυτόματες και πλάθουν τον χάρτη του έξω κόσμου. Ενώ οι κινήσεις στις οποίες στρέφουμε το βλέμμα σε συγκεκριμένο στόχο, είναι απότομες και γίνονται μόνο κατ’ εντολή της προσοχής μας, του μυαλού μας, δηλαδή των προσδοκιών και των απαιτήσεών μας.
Η όραση, δηλαδή η ανίχνευση των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, μας φέρνει πιο κοντά στη συμπαντική και πιο μακριά από τη γήινη φύση του κόσμου μας, ενώ είναι μαζί και η αίσθηση στην οποία ο εγκέφαλος παρεμβαίνει πιο πολύ. Η φράση «κλείνω τα μάτια για να απολαύσω» δεν έχει αντίστοιχο στις άλλες αισθήσεις. Δεν κλείνουμε τα αυτιά, δεν κλείνουμε τη μύτη, δεν κλείνουμε το στόμα, δεν αποτραβιόμαστε, παρά μόνο ακριβώς για να αποφύγουμε μια αίσθηση, όπως είναι το φυσικό για τις άλλες αισθήσεις.
Από την άλλη, η δύναμη της εικόνας επιζητείται μόνο όταν η δύναμη της ιδέας αρχίζει να εξασθενεί, αφήστε δε που η τελευταία ήδη επιζητούσε να περιγράψει κάτι που άλλοτε ήταν αυτονόητο και δεν χρειαζόταν καμία περιγραφή. Ας μην ξεχνούμε ότι κατά το πρώτο κύμα εξάπλωσης του χριστιανισμού δεν υπήρχαν εικόνες και οι ιερωμένοι δεν είχαν ειδική αμφίεση. Επίσης, σήμερα, και η επιστήμη κινητοποιεί τα αντανακλαστικά μας μέσω εικόνων παρά μέσω του λόγου της: το ανέμελο κούρεμα του Αϊνστάιν, τα πράσινα των χειρουργών και οι λευκές ποδιές των παθολόγων, οι γραβάτες των δικηγόρων, το... τσιμπούκι του Φρόιντ. Αυτά δεν είναι καλός οιωνός ούτε και γι’ αυτήν… 

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020

Ένα εισιτήριο του μετρό


Ένα λευκό εισιτήριο του μετρό είναι μια απραγματοποίητη δυνατότητα. Μπορείς με ένα τέτοιο να διαλέξεις ανάμεσα σε εκατοντάδες διαφορετικές διαδρομές, σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, φυσικά όποια μέρα θέλεις.
Τη στιγμή που το επικυρώνεις, την ώρα που το μηχάνημα βάζει τη σφραγίδα του, το εισιτήριό σου γεννιέται. Τα γονίδια του λένε ότι νομοτελειακά θα πεθάνει μετά από 90 λεπτά. Η μόνη δυνατότητα που έχει -που εσύ έχεις ως κύριός του- είναι πλέον το ποια έξοδος θα επικυρώσει το πέρασμά του από τη ζωή του.
Μάλιστα λοιπόν, όταν μας φέρνουν στη ζωή συμβαίνει κάτι παρόμοιο, με μια διαφορά. Αυτοί που επικύρωσαν την αρχή μας δεν είναι οι ίδιοι με αυτούς που θα επικυρώσουν το τέλος μας. Αν οι γονείς ήταν οι πρώτοι, για την τελική επικύρωσή μας κατά κανόνα πρέπει να βρούμε άλλους. Τους αναζητούμε με αγωνία στις κουβέντες και στις ματιές μας, ψάχνουμε για κάτι έστω και ελάχιστα πέρα από τα ρομποτικά «καλημέρα», «καλησπέρα», «τι κάνεις», «καλά», «το παλεύω» και «υπομονή». Ή τα «χάλια» και τα «όχι καλά», για τους λιγότερους που τολμούν να το πουν και να μείνουνε έκθετοι στην αμήχανη βιασύνη του άλλου να φύγει για να γλιτώσει το χασομέρι μαζί σου, που σου ήρθε να πάρεις τον τυπικό χαιρετισμό του στα σοβαρά.
Κάθε καλημέρα μας είναι και μια ζωντανή ελπίδα, ότι σήμερα κάποιος θα μας κάνει τις ουσιαστικές ερωτήσεις και εμείς θα δώσουμε τις ανακουφιστικές απαντήσεις. Αφήστε που όσο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, ανεβάζουμε επιμελώς τη ζωή μας σε διαδικτυακά παράθυρα. Χωρίς κουρτίνες... Άλλωστε, τα μέσα δικτύωσης επιτυγχάνουν ακριβώς στο βαθμό που ευοδώνουν την πολυπόθητη έκφραση της μοναδικότητάς μας. Άλλο που επειδή κρυβόμαστε ευκολότερα, αυτό λειτουργεί αντίθετα, προς την αποφυγή της αυθεντικότητας, ώστε τελικά να επικυρώνουμε κάποιον ψεύτικο ή κάποιον ανύπαρκτο εαυτό.
Για την πολυπόθητη επικύρωση της ζωής μας, φαίνεται ότι δεν μας φτάνει η ατομική μας μαρτυρία, αλλά έχουμε την ανάγκη να συναντηθούμε και να αλληλεπιδράσουμε με άλλους. Πώς και γιατί προκύπτει αυτή η παρόρμηση και αν είναι τόσο καλή, δεν έχω σιγουρευτεί. Ίσως στα κατώτερα είδη να είναι απλά το ζητούμενο ανανέωσης των γονιδίων, ενώ οι ανάγκες που βαφτίζονται με τον βαρύγδουπο τίτλο «υπαρξιακές» μπορεί να είναι σκέτα η εξέλιξη ή και η διαστρέβλωση, αυτού του ζητούμενου, μέσα στο ανθρώπινο κουβάρι, που διαρκώς μπερδεύει και ξεμπερδεύει τον εαυτό του, σε μια ηλιόλουστη γωνιά του σύμπαντος.
Η μεγαλύτερη λαχτάρα μας δεν είναι η αθανασία, η γνώση, η δόξα, η νεότητα, η αισθητική απόλαυση. Το ύστατο αίτημα της ύπαρξης είναι η σύνδεση κι ο υπέρτατος πόνος της η μοναξιά. Κι όλα αυτά που προανέφερα είναι μια προσπάθεια απάντησης σε ένα ερώτημα: γιατί εδώ και ένα χρόνο όπως αισίως κλείνουμε, κάνω τις ραδιοφωνικές επισυνάψεις; Γιατί κάνουμε παρέες, εφημερίδες, ραδιόφωνο, μέσα δικτύωσης; Γιατί σχέσεις; Οι επισυνάψεις μου είναι προφανώς και επικυρώσεις.

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020

Τα συναισθηματικά μας απολιθώματα


Το να αποκτά κανείς ένα πολύ πιο παρορμητικό χαρακτήρα στο πλαίσιο της αρχικής φάσης της άνοιας, είναι πολύ συχνό φαινόμενο στους ανθρώπους του πολιτισμού μας, που συνήθως κυριαρχούμαστε από τα εσωτερικά και εξωτερικά κελεύσματα για ορθολογική συμπεριφορά ακόμη και αν αυτή δεν πηγάζει γνήσια από τα μέσα μας. 
Ασκούμε διαρκώς αυτο-έλεγχο στον εαυτό μας με την προϋπόθεση ότι ο εγκέφαλος μας, τα φρένα μας, έχει την υγεία για να το κάνει. Αν όχι, τότε στην ακραία εκδοχή της, η απώλεια της νευρολογικής ισορροπίας με την οποία κανείς πέρασε το μεγαλύτερο μέρους της ζωής του μπορεί να οδηγήσει στο θεαματικό φαινόμενο της ανάδυσης ενός μη προϋπάρχοντος καλλιτεχνικού ταλέντου! Τέτοιοι ασθενείς έχουν πράγματι αναφερθεί στην ιατρική βιβλιογραφία της άνοιας. Κατά την αρχική φάση της νόσου, οι ασθενείς αυτοί χάνουν την ικανότητα της συμβολικής σκέψης, οπότε η προσοχή τους π.χ. όταν κοιτούν ή ζωγραφίζουν μια εικόνα στρέφεται περισσότερο προς το οπτικό και συναισθηματικό της περιεχόμενο και όχι στη σημασία της. Έτσι, αναπτύσσουν παροδικά μια «πιο ρομαντική οπτική» προς την πραγματικότητα.
Πράγματι, στην εποχή μας, ο «απόλυτος» επιστήμονας θα ήταν ο ψύχραιμος ρεαλιστής, με κυριαρχία του ορθολογισμού του, έμφαση στη συνθετική προσέγγιση και αντίσταση στις παρορμήσεις, ενώ ο «απόλυτος» καλλιτέχνης θα ήταν ο αυθόρμητος σουρεαλιστής, με κυριαρχία των παρορμήσεών του και με αδιαφορία για την απουσία αιτιολογικών ακολουθιών και συνθέσεων! 
Έχω γνωρίσει, λοιπόν, πολλούς ασθενείς με ατροφία του εγκεφάλου τελικού σταδίου (άνοια). Η επίδραση της εξελιγμένης φαιάς ουσίας στη συμπεριφορά τους εξασθενεί κι έχει απομείνει μόνο η παλιά νευρολογική φρουρά. Προοδευτικά, καθώς αυτή επίσης ατονεί, καθώς δηλαδή απομένουν μόνο με τα κατώτερα εγκεφαλικά κέντρα, τον περισσότερο χρόνο διακατέχονται από ένα στερεότυπο τρόπο πρόσληψης του κόσμου, λίγο-πολύ άσχετο με τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος. 
Μαζί με τη συνήθως οριστική καθήλωσή τους στο κρεβάτι τους, μοιάζουν να μετατρέπονται προοδευτικά σε κάποιο είδος συναισθηματικού απολιθώματος: φόβου, ενίοτε τρόμου, εναντίωσης, απάθειας ή θρήνου. Ίσως το κυρίαρχο συναίσθημα που επέλεξαν στη ζωή τους, ίσως αυτό στο οποίο παραδόθηκαν, ίσως αυτό που τους νίκησε, μα ίσως και αυτό που κατέκτησαν.
Εχθές συνάντησα την κ. Ελπίδα. Διαπίστωσα πως η κ. Ελπίδα περνά όλη τη μέρα της πάνω στο κρεβάτι της, στέλνοντας φιλιά. Ζεστά φιλιά προς γνωστά και άγνωστα πρόσωπα – όλα της φαντασίας της. Τη δική μου παρουσία ούτε καν την αντιλήφθηκε. Ναι, αρκετές φορές, όχι και πολύ συχνά ομολογουμένως, συναντώ και απολιθώματα αγάπης!...